Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

Η αμερικανική οικονομία αναζητεί διέξοδο μέσω ενός πολέμου;


Του Δημήτρη Μπεκιάρη

Το οικονομικό Κραχ στις ΗΠΑ το 1929 υπήρξε το βασικό αιτιολογικό πλαίσιο το οποίο οδήγησε στην πολιτική και οικονομική αστάθεια της δεκαετίας του 1930 και τελικά στο ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ΗΠΑ εξήλθαν από τον πόλεμο ενισχυμένες και εξελίχθηκαν σε στρατιωτική δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας και στον ισχυρότερο διεθνή παράγοντα, επιτυγχάνοντας να καταστήσουν το δολάριο το μοναδικό παγκόσμιο νόμισμα μέσω της συμφωνίας του Bretton Woods το 1944. Οι Αμερικανοί ενεπλάκησαν στον πόλεμο ως υπερχρεωμένοι και εξήλθαν ως οι μεγαλύτεροι πιστωτές

Σήμερα, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα προηγούμενα χρόνια ενσωματώθηκαν στον κρατικό τους προϋπολογισμό τα συσσωρευμένα χρέη των τραπεζών, ενώ ταυτόχρονα το δημόσιο χρέος τους εμφανίζει αυξητικές τάσεις. Τα οικονομικά προβλήματα των ΗΠΑ, επίσης, οξύνθηκαν από την παρουσία χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης, γεγονός που οδήγησε, τελικά, στην απόφαση για αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ.
Τα παραδείγματα του παρελθόντος δημιουργούν την ψευδαίσθηση σε κύκλους στην Ουάσιγκτον ότι η προοπτική στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν, η οποία μοιραία θα ελάμβανε διεθνείς διαστάσεις, θα αποτελέσει την αφετηρία για έξοδο της αμερικανικής οικονομίας από την κρίση. Εκτός αυτού, εισηγήσεις σε κλειστά σαλόνια προβάλλουν την ανάγκη επανεπιβεβαίωσης της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ μέσω της ενεργοποίησης της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής, η οποία θα οδηγήσει σε εύκολη, νέα διεθνή επικράτηση το αμερικανικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα. Και βέβαια οι ίδιοι κύκλοι θεωρούν ότι στην παρούσα φάση πρέπει να επιταχυνθούν, ακόμη και διά της στρατιωτικής ισχύος, οι διαδικασίες αναδιανομής των σφαιρών επιρροής σε πλανητικό επίπεδο.
Από την άλλη, η θέση του Ισραήλ είναι πάγια εδώ και χρόνια, δεδομένου ότι εκλαμβάνει τον ρόλο του Ιράν στην περιοχή ως την κυριότερη απειλή για το ίδιο. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η αμερικανο-ισραηλινή επέμβαση στο Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή σε υπέρβαση των ορίων της διεξαγωγής ενός περιφερειακού πολέμου, δεδομένης της εμπλοκής πολλών μεγάλων διεθνών και πολλών κρατικών συμφερόντων. Βέβαια, κάτι τέτοιο, με βάση το status quo στις διεθνείς ισορροπίες, θεωρείται, προς το παρόν, μάλλον απίθανο. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει εμπεδωθεί από τις ισχυρότερες χώρες του κόσμου ότι τα προβλήματα στις διεθνοπολιτικές σχέσεις μπορούν και λύνονται διά της διπλωματίας και της συνεργασίας και όχι διά του πολέμου. Εξάλλου, για διαφορετικούς πάντα λόγους, οι πάντες έχουν ανάγκη τους πάντες.
Ωστόσο, η Ρωσία θέτει υπό αμφισβήτηση τα στοιχεία που επικαλείται η Δύση περί κατασκευής πυρηνικών όπλων από το Ιράν και αποκαλύπτει στοιχεία για τις πιέσεις που ασκούνται από το Τελ Αβίβ στην Ουάσιγκτον ώστε να εμπλακούν οι ΗΠΑ σε πόλεμο, καθώς και για την αμερικανική χρηματοδότηση προς την ιρανική αντιπολίτευση. Επίσης, η Κίνα και η Ιαπωνία θα μπορούσαν να εκλάβουν τον αμερικανικό νόμο περί αποκλεισμού όσων έχουν δοσοληψίες με την Κεντρική Τράπεζα του Ιράν από τη δυνατότητα πρόσβασης στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα ως εκβιαστική κίνηση, δεδομένου ότι αυτές οι οικονομίες «τροφοδοτούνται» με τεράστιες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου και, αν συνεχίσουν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, τότε τα προϊόντα τους με τη σειρά τους θα αποκλειστούν από την αγορά των ΗΠΑ. Εχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Μπ. Ομπάμα στο πλαίσιο της παρουσίασης της «νέας αμυντικής στρατηγικής» των ΗΠΑ ανακοίνωσε την στροφή του αμερικανικού ενδιαφέροντος στις «κρίσιμες περιοχές της Ασίας και του Ειρηνικού». Οπως είναι φυσικό το νέο αμερικανικό στρατιωτικό δόγμα προκάλεσε την αντίδραση του Πεκίνου το οποίο εκλαμβάνει τις προθέσεις της Ουάσιγκτον ως απόπειρα που στόχο έχει την περικύκλωση της Κίνας.

Οι εισηγητές της διεξαγωγής πολέμου ως λύσης για την έξοδο από την κρίση η οποία ταλανίζει την αμερικανική οικονομία, το πρώτο που θα ήθελαν να αποφύγουν, για παράδειγμα, είναι να υποβιβαστούν οι ΗΠΑ σε θέση κατώτερη από εκείνη της Κίνας στο διεθνές σύστημα ισχύος. Πιστεύουν ότι η διεξαγωγή ενός πολέμου –καθώς και η νίκη σε αυτόν– μεγαλύτερου από εκείνον στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, ενός πολέμου στον οποίο θα εμπλακούν περισσότερα και μεγαλύτερα διεθνή συμφέροντα, θα δώσει τη δυνατότητα της γεωπολιτικής ανακατάταξης σε μια περιοχή παγκοσμίου ενδιαφέροντος, σε πολλούς τομείς, όπως για παράδειγμα σε αυτόν της ενέργειας, προς όφελος των ζωτικών συμφερόντων της υπερδύναμης. Ενα από τα ισχυρότερα επιχειρήματά τους είναι το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, παρά τα οικονομικά τους προβλήματα, εξακολουθούν και αποτελούν την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη διεθνώς και θεωρούν ότι η νίκη σε έναν πόλεμο διεθνοποιημένο είναι βέβαιη. Υποστηρίζουν, λοιπόν, ότι η ώρα για δράση προκειμένου να επανακαθοριστούν οι ζώνες επιρροής σε παγκόσμιο επίπεδο είναι «τώρα», που το συγκριτικό πλεονέκτημα της στρατιωτικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε άλλου κράτους παγκοσμίως εξακολουθεί και υφίσταται. Ταυτόχρονα κινδυνολογούν, υποστηρίζοντας ότι η ενδεχόμενη απώλεια της στρατιωτικής ισχύος στις επόμενες δεκαετίες θα αφαιρέσει τη δυνατότητα από τις ΗΠΑ να επιτύχουν την τάχιστη παλινόρθωση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους, η οποία θα διασφαλίσει σε μακροπρόθεσμη χρονική διάρκεια τα αμερικανικά συμφέροντα.

Οσο η κρίση στις ΗΠΑ δεν ξεπερνιέται, τόσο πείθονται οι πυλώνες του αμερικανικού κατεστημένου ότι ο Μπαράκ Ομπάμα πρέπει να παραμείνει στη θέση του προέδρου των ΗΠΑ και για δεύτερη συνεχόμενη θητεία, κι όσο συμβαίνει κάτι τέτοιο, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν δυνατότητες ευελιξίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής, τόσο διάφορα κέντρα και παράκεντρα πέριξ του Λευκού Οίκου θα πιέζουν τον ίδιο για εισβολή στο Ιράν. Αν, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος επιλέξει να επιτεθεί σε μερικούς μήνες στο Ιράν, τότε είναι βέβαιο ότι η σπατάλη τεραστίων πόρων, και όχι μόνο, θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια την αμερικανική οικονομία στην αυτοκαταστροφή.

("Η ΑΞΙΑ", Από τη στήλη "Επί ξυρού ακμής", Σάββατο 14/1/2012) 

Ο πόλεμος που δεν άρχισε ποτέ προ των πυλών…


Του Δημήτρη Μπεκιάρη

Τον Απρίλιο του 2003, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ και αφού η Βαγδάτη «έπεσε», το Ισραήλ, ο τότε πρωθυπουργός του, δηλαδή ο Αριέλ Σαρόν, και ανώτατοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν ξεκινήσει μπαράζ πιέσεων και παροτρύνσεων προς τις ΗΠΑ, ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες για στρατιωτική επέμβαση πρώτα στη Συρία και έπειτα στο Ιράν, σε βάρος δηλαδή δύο κρατών της Μέσης Ανατολής, τα οποία συνεργάζονται στενά. Σήμερα, εννέα χρόνια μετά, ενισχύεται η εντύπωση ότι Ισραήλ και ΗΠΑ θα εξαπολύσουν αεροπορική επιδρομή εναντίον πυρηνικών εγκαταστάσεων στο Ιράν, κι αυτό λίγο μετά την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ. Ελάχιστα πριν από την αμερικανική επίθεση στο Ιράκ την άνοιξη του 2003, ο τότε υπουργός Αμυνας του Ισραήλ Μπένιαμιν Μπεν - Ελιέζερ είχε δηλώσει: «Το Ιράκ είναι ένα πρόβλημα. Αλλά θα πρέπει να καταλάβετε, αν θέλετε την άποψή μου, ότι σήμερα το Ιράν είναι πιο επικίνδυνο από το Ιράκ». Η άποψη αυτή είναι ιστορικά παγιωμένη στους κόλπους της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ στο Ισραήλ. Το Ιράν θεωρείται η μεγαλύτερη απειλή αλλά και «το κέντρο της παγκόσμιας τρομοκρατίας», όπως τον Νοέμβριο του 2002 είχε δηλώσει ο τότε πρωθυπουργός του Ισραήλ Αριέλ Σαρόν σε συνέντευξη την οποία είχε παραχωρήσει στους «New York Times». Στις ΗΠΑ η συζήτηση, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της επιρροής των ισχυρότερων οργανώσεων της εβραϊκής διασποράς, διεξάγεται στη βάση της αλλαγής ή του μετασχηματισμού του καθεστώτος, αλλά κυρίως της ανατροπής του καθεστώτος από τις ΗΠΑ και της εγκατάστασης φιλοδυτικής κυβέρνησης. Οι ΗΠΑ εξάλλου έχουν προσφέρει εξαιρετικά μεγάλη χρηματοδότηση στην ιρανική αντιπολίτευση. Ως αιτιολογικό πλαίσιο για την αναγκαιότητα της αμερικανο-ισραηλινής εισβολής στο Ιράν περιγράφεται πάντοτε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η στρατιωτική επέμβαση, σε οποιαδήποτε μορφή της, θεωρείται αναγκαία από το αμερικανο-ισραηλινό σύμπλεγμα συμφερόντων εφόσον αποτύχουν όλες οι διπλωματικές προσπάθειες. Εδώ και χρόνια Ισραηλινοί αξιωματούχοι στέλνουν μηνύματα στην Ουάσιγκτον και προειδοποιούν ότι θα δράσουν προληπτικά, ώστε να ανακόψουν την εξέλιξη του πυρηνικού προγράμματος το οποίο υλοποιεί η Τεχεράνη. Τις προηγούμενες ημέρες ο γραμματέας του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Νικολάι Πατρούσεφ, δήλωσε: «Υπάρχει κίνδυνος στρατιωτικής κλιμάκωσης στη διαμάχη και προς αυτήν την κατεύθυνση ωθεί το Ισραήλ τους Αμερικανούς». Βέβαια, σύμφωνα με άποψη την οποία θα συναντήσει κανείς και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, «αφού η Ουάσιγκτον κατάφερε και ανέχτηκε ή ανέχεται μια πυρηνική Σοβιετική Ενωση, μια πυρηνική Κίνα ή μια πυρηνική Βόρειο Κορέα, δεν μπορεί άραγε να ανεχτεί ένα πυρηνικό Ιράν;». Προφανώς μια επέμβαση στο Ιράν θα είχε βαθύτερες αιτίες και βέβαια οι Αμερικανοί, πέρα από τις πιέσεις που δέχονται από το Ισραή, έχουν τους δικούς τους λόγους να επιτεθούν στο Ιράν.

Κλιμάκωση

Το αν θα πραγματοποιηθεί ή όχι αμερικανική και ισραηλινή στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν είναι κάτι το οποίο συζητείται εδώ και πολύ καιρό. Σύμφωνα με μια άποψη η οποία διατυπώνεται σε διεθνείς κύκλους συζητήσεων, δεν αποκλείεται η αεροπορική επιδρομή σε βάρος του Ιράν να ξεκινήσει μέσα στο 2012. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, δεδομένων των προβλημάτων τα οποία αντιμετωπίζει η αμερικανική οικονομία και ενώ έχουν ήδη αποχωρήσει τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ, «το τελευταίο που θα επιθυμούσε η Ουάσιγκτον θα ήταν η έναρξη ενός πολέμου». Το Ιράν, το οποίο έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια σειρά κυρώσεων, «έδειξε τα δόντια του» με την έναρξη του 2012 κάνοντας χρήση των επικοινωνιακών του δυνατοτήτων, ως απάντηση τόσο στις οικονομικές κυρώσεις της Δύσης όσο και στη διαφαινόμενη επιβολή πετρελαϊκού εμπάργκο από την Ευρωπαϊκή Ενωση, σε τρία επίπεδα: Πρώτον, η ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε βίντεο σχετικά με την τοποθέτηση ράβδου πυρηνικού καυσίμου σε αντιδραστήρα, δεύτερον, ο ιρανικός στρατός πραγματοποίησε δοκιμαστική εκτόξευση πυραύλων στον Περσικό Κόλπο και, τρίτον, η Τεχεράνη απείλησε ότι θα κλείσει τα στενά του Ορμούζ, από τα οποία διακινείται περίπου το 40% του πετρελαίου σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η δολοφονία του πυρηνικού φυσικού

Μετά από όλα αυτά, δολοφονήθηκε με έκρηξη βόμβας άλλος ένας πυρηνικός επιστήμονας στην Τεχεράνη, ο Μ. Αχμάντι Ροσάν (ο τέταρτος σε δύο χρόνια), ο οποίος ήταν επιτηρητής τμήματος του πυρηνικού εργοστασίου της Νατάνζ, διαδραματίζοντας εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη διαδικασία υλοποίησης του προγράμματος εμπλουτισμού του ουρανίου. Η Τεχεράνη έσπευσε να κατηγορήσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι βρίσκονται πίσω από τη δολοφονία. Η Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας της Τεχεράνης διεμήνυσε ότι «αυτή η ειδεχθής πράξη των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν θα αλλάξει την πορεία του ιρανικού έθνους». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αντικυβερνήτης της Τεχεράνης, Σαφαραλί Μπαρατλού, ο οποίος έδωσε στοιχεία στη δημοσιότητα: «Η βόμβα ήταν μαγνητική, ανάλογη με αυτές που είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για τη δολοφονία επιστημόνων. Πρόκειται για έργο των σιωνιστών». Η ιρανική εφημερίδα «Qods» έγραψε στην πρώτη της σελίδα της ότι «η Δύση εκδικήθηκε για την ανακοίνωση του εμπλουτισμού ουρανίου κατά 20% με τη δολοφονία ενός πυρηνικού επιστήμονα της χώρας». Οι ΗΠΑ, οι οποίες αρνούνται κάθε ανάμειξη στην υπόθεση, απαντούν ότι καταδικάζουν κάθε μορφή βίας, ενώ το Ισραήλ, αντίστοιχα, κατέστησε σαφές ότι δεν απαντά σε φημολογίες. Ομως ο ίδιος ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, κ. Μπένιαμιν Νετανιάχου, έχει παραλάβει μια έκθεση του Εθνικού Ινστιτούτου Ασφάλειας του Ισραήλ, στην οποία πραγματοποιείται ειδική αναφορά στο ενδεχόμενο το Ιράν να προχωρήσει στους επόμενους δώδεκα μήνες σε πυρηνική δοκιμή. Η εκτίμηση αυτή, σε συνάρτηση με την παγιωμένη θέση του στρατιωτικο-πολιτικού συμπλέγματος στο Ισραήλ περί ανάληψης προληπτικών πρωτοβουλιών σε βάρος του Ιράν ώστε να μην αναπτύξει το πυρηνικό του πρόγραμμα, καθώς και το γεγονός ότι ήδη Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ προετοιμάζονται για την πραγματοποίηση της μεγαλύτερης από κοινού στρατιωτικής άσκησης, η οποία περιλαμβάνει και το σενάριο αντιμετώπισης πυραυλικής επίθεσης σε βάρος του Ισραήλ, ενισχύουν την άποψη ότι μέσα στο επόμενο έτος θα πραγματοποιηθεί στρατιωτική επίθεση στο Ιράν. Τις προηγούμενες ημέρες ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του ισραηλινού στρατού, Μπένι Γκαντζ, μιλώντας ενώπιον της επιτροπής των Εξωτερικών Υποθέσεων του ισραηλινού Κοινοβουλίου, δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «το έτος 2012 θα είναι κρίσιμο για το Ιράν, με πράγματα μη φυσιολογικά που θα συμβούν».

Πόλεμος;

Το «κλείσιμο» των στενών του Ορμούζ αποτελεί δυνητικά αιτία πολέμου για την Ουάσιγκτον, για τον απλούστατο λόγο ότι τα στενά αποτελούν ζωτικής σημασίας γεωγραφικό σημείο για τα οικονομικά και βιομηχανικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Εκτός από τη διέλευση του 40% του παγκόσμιου πετρελαίου, τα στενά αποτελούν το σημείο σύνδεσης των ΗΠΑ με τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Μέσης Ανατολής, δηλαδή το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία. Το ενδεχόμενο η Τεχεράνη να κλείσει τα στενά θα διαταράξει και θα απειλήσει τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Κυρίως, όμως, η Ουάσιγκτον ανησυχεί για τις διαταραχές και τις επιπλοκές που θα μπορούσαν να προκληθούν στη διεθνή αγορά πετρελαίου. Αν, υποθετικά, η διπλωματία έχει ήδη αποτύχει, τότε το επόμενο βήμα είναι η απόπειρα οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν. Σε αυτό το σχέδιο εντάσσεται η επιβολή πετρελαϊκού εμπάργκο στο Ιράν, στην οποία έχουν συμφωνήσει κατ’ αρχήν τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., όπως και η αμερικανική απόφαση να απαγορευτεί η πρόσβαση στο αμερικανικό πιστωτικό σύστημα των εταιρειών οι οποίες συνεργάζονται με την Ιρανική Κεντρική Τράπεζα. Αν η απόπειρα επιτυχούς ολοκλήρωσης του οικονομικού πολέμου τον οποίο έχει ήδη εξαπολύσει η Δύση σε βάρος της Τεχεράνης δεν πετύχει, τότε θεωρητικά θα πρέπει να αναλάβουν δράση τα όργανα του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος σε ΗΠΑ και Ισραήλ.

Οι προεδρικές εκλογές

Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι θα διαδραματίσουν οι εξελίξεις στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ εν όψει των προεδρικών εκλογών. Σύμφωνα με μια άποψη, η εξαπόλυση στρατιωτικής επίθεσης σε βάρος του Ιράν θα ενίσχυε την εικόνα του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα στο εσωτερικό της χώρας. Στην πραγματικότητα ο Λευκός Οίκος θέλει να αποφύγει τον πόλεμο, καθώς δεν θα επιθυμούσε στην παρούσα φάση, και με τα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας να οξύνονται, να προχωρήσει σε μια στρατιωτική εμπλοκή εναντίον της Τεχεράνης. Σύμφωνα με πολύ καλά πληροφορημένες διεθνείς πηγές με τις οποίες επικοινώνησε η «Α», «αυτή τη στιγμή η διεξαγωγή πολέμου δεν θεωρείται ότι θα μπορούσε να προσφέρει και πολλά στην ενίσχυση του προφίλ του Αμερικανού προέδρου εν όψει των προεδρικών εκλογών και δεν θεωρείται αναγκαία. Δεν αποκλείεται, όμως, αν απειληθεί η επανεκλογή του Μπαράκ Ομπάμα, οι ΗΠΑ να επανεξετάσουν και να τροποποιήσουν την πολιτική τους απέναντι στο θέμα του Ιράν και να υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή».  Εξάλλου, ήδη κοντά στα στενά του Ορμούζ έχει συγκεντρωθεί εξαιρετικά σημαντική αμερικανική αεροναυτική δύναμη, ενώ έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες αντιπυραυλικής θωράκισης του Ισραήλ και η αναβάθμιση της ήδη υπάρχουσας. Πολύ πρόσφατα η εκπρόσωπος του 5ου Στόλου, η ανθυποπλοίαρχος Rebecca Rebarich, δήλωσε αναφορικά με τον αποκλεισμό των στενών του Ορμούζ: «Το αμερικανικό Ναυτικό είναι πάντα έτοιμο να αντιμετωπίσει κακόβουλες ενέργειες ώστε να διασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο».

Πολεμική μηχανή 12 εκατομμυρίων στρατιωτών

Αντίστοιχα στο Ιράν, μερίδα του Τύπου, με αφορμή την τέταρτη δολοφονία Ιρανού πυρηνικού επιστήμονα τα τελευταία δύο χρόνια, ζητεί να υπάρξουν αντίποινα κατά του Ισραήλ. Στην πρώτη της σελίδα η εφημερίδα «Ressalat» σημείωσε τις προηγούμενες ημέρες: «Η μόνη λύση για να σταματήσουν οι μάταιες πράξεις του εχθρού είναι τα αντίποινα στο σχέδιο δολοφονίας επιφανών Ιρανών». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η εφημερίδα «Kayhan», η οποία σημείωσε μεταξύ πολλών άλλων: «Για τις υπηρεσίες πληροφοριών της Ισλαμικής Δημοκρατίας που διεξάγουν εδώ και 32 χρόνια έναν ολοκληρωτικό πόλεμο με τις υπηρεσίες πληροφοριών του εχθρού, η δολοφονία Ισραηλινών αξιωματούχων και στρατιωτικών είναι πολύ εύκολη υπόθεση». Οι Αμερικανοί γνωρίζουν καλύτερα από όλους ότι το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης στο Ιράν δεν θα έχει την παραμικρή σχέση με τον πόλεμο στο Ιράκ, δεδομένου ότι η ιρανική πολεμική μηχανή των 12 εκατομμυρίων στρατιωτικών και στρατιωτών είναι ικανή να αντιμετωπίσει στρατιωτικές επιθέσεις, μετατρέποντας την απόπειρα επέμβασης σε κόλαση για τον εχθρό. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι το 2007, όταν και πάλι είχε αναπτυχθεί παρόμοια φημολογία σχετικά με το ενδεχόμενο επίθεσης στο Ιράν, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ και εμπνευστής της πολιτικής άσκησης «ηγετικού ρόλου» από τις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1980, Τζίμι Κάρτερ, είχε δηλώσει: «Πιστεύω ότι οποιαδήποτε στρατιωτική επίθεση εναντίον του Ιράν θα ήταν τρομακτικό λάθος και τραγωδία». Πιθανότατα το ίδιο ισχύει και σήμερα…

( "H ΑΞΙΑ", Σάββατο 14/1/2012)

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Ποια Αριστερή διακυβέρνηση θέλουμε;


Του Δημήτρη Μπεκιάρη

Το τελευταίο χρονικό διάστημα αυξάνονται οι παρεμβάσεις και η αρθρογραφία αντιδραστικών τμημάτων της διανόησης και της δημοσιογραφίας, οι οποίες επισημαίνουν το εξής: Ότι η κρίση χρέους, η έλλειψη επάρκειας για τη διαχείριση των κοινωνικών και πολιτικών επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης από την πλευρά του αστικού πολιτικού συστήματος, η οριστική εξομοίωση των κυρίαρχων και βασικών πυλώνων του μεταπολιτευτικού αστικοκοινοβουλευτικού συστήματος (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ) εγκυμονούν τον «κίνδυνο» η Αριστερά , κυρίως αν συμπράξει, να καταστεί κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Εννοούν ότι τα ποσοστά τα οποία θα συγκεντρώσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, ο ΣΥΡΙΖΑ,  η Δημοκρατική Αριστερά και κάποια τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στις επόμενες εκλογές θα αναδείξουν την ύπαρξη της προοδευτικής πλειοψηφίας στην ελληνική κοινωνία, η οποία από τις ίδιες τις συνθήκες θα θέσει το παλλαϊκό αίτημα για αλλαγή του μοντέλου πολιτικής οικονομίας, για προοδευτική και δημοκρατική διακυβέρνηση και για ανατροπή της πολιτικής του μνημονίου.

Ταυτόχρονα, όμως, και ενώ αποδέχονται την ολοκληρωτική αποτυχία των αστικών πολιτικών δυνάμεων να διαχειριστούν την οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση, εισηγούνται με ξεδιάντροπο τρόπο τη συνέχιση των καταστροφικών για τον ελληνικό λαό πολιτικών, αρκεί να διασωθούν τα παρωχημένα στερεότυπα του μεταπολιτευτικού – και όχι μόνο – αστικοκοινοβουλευτικού συστήματος και η χρεοκοπημένη μεγαλοαστική τάξη η οποία απέτυχε να αναπτύξει αυτόνομα, ισορροπημένα και με σχετική αυτονομία την ελληνική οικονομία.
Ο πραγματικός «κίνδυνος» για τον ελληνικό λαό δεν είναι βέβαια η Αριστερά και η προοπτική πολιτικής κυριαρχίας της ή η σύμπραξη των προοδευτικών, δημοκρατικών και αριστερών πυρήνων της ελληνικής κοινωνίας για την ανασυγκρότηση της «Δημοκρατικής Παράταξης», αλλά οι πολιτικές δυνάμεις, τα τμήματα του πολιτικού προσωπικού, το ντόπιο και ξένο Κεφάλαιο και το κατεστημένο της εγχώριας επιδοτούμενης διαχρονικά από το κράτος medioκρατίας  που στηρίζουν σήμερα την τοποθετημένη από τις Βρυξέλλες, από τα ανώτερα διευθυντήρια της Φρανκφούρτης και από το διεθνές τραπεζικό σύστημα κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου και τις πολιτικές εξαθλίωσης και εξανδραποδισμού του ελληνικού λαού, αλλά και αποικιοποίησης της χώρας μας. Οι ίδιες αντιδραστικές δυνάμεις, μετά τις εκλογές, όταν και όποτε αυτές διενεργηθούν, θα σπεύσουν να στηρίξουν οποιαδήποτε προσπάθεια συγκυβέρνησης, η οποία βέβαια θα έχει αντιλαϊκό προσανατολισμό και θα είναι προσηλωμένη στην υλοποίηση και στην ολοκλήρωση της «μνημονιακής» πολιτικής και στην ικανοποίηση, χωρίς διαπραγμάτευση, όλων των αιτημάτων της Τρόικας.

Οι αντιδραστικές δυνάμεις, οι οποίες επισημαίνουν  τον «κίνδυνο» να κυβερνήσει η Αριστερά, είναι αναμφίβολα δεμένες στο άρμα του «Μαύρου Μετώπου», το οποίο έχουν συγκροτήσει από κοινού τα τρία πολιτικά κόμματα της συγκυβέρνησης (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΛΑΟΣ), η ντόπια μεγαλοαστική τάξη και η υπερεθνική ελίτ. Η πολιτική του μνημονίου, την οποία συνεχίζει να υλοποιεί ο αυθεντικός εκφραστής  ή «ευπατρίδης» του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, ο διορισμένος από τα διεθνή κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας «πρωθυπουργός» Λουκάς Παπαδήμος, και η προσπάθεια μετατροπής της Ελλάδας σε νέου τύπου αποικία ή σε γερμανική ενδοχώρα, έχουν δημιουργήσει νέα πόλωση στην ελληνική κοινωνία, την ύπαρξη της οποίας δεν δύναται να αμφισβητήσει κανείς. Στο πλαίσιο αυτής της πόλωσης, διαπιστώνεται ξεκάθαρα η συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στους εκφραστές και θιασώτες της πολιτικής του μνημονίου και στον κυρίαρχο λαό, δηλαδή στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού  η οποία αντιδρά με μαζικό τρόπο στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, στην επιβολή μεσαιωνικών συνθηκών στις εργασιακές σχέσεις, στην υποθήκευση του μέλλοντος των νέων γενεών, στην εκχώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδας μας και στην απόπειρα απεμπόλησης των κεκτημένων του εργατικού κινήματος.

Το αντιμνημονιακό μέτωπο

Όμως, και ο «αντιμνημονιακός πόλος» στην ελληνική κοινωνία εκ των πραγμάτων δεν αποτελεί αρραγές μέτωπο όσο και αν επιχειρείται να αποδοθεί σε αυτό ενιαία υπόσταση. Η αλήθεια είναι ότι σε αυτό το οποίο ονομάζεται «αντιμνημονιακό μέτωπο» είναι διακριτή, για παράδειγμα, η παρουσία προοδευτικών, δημοκρατικών και αριστερών πολιτικών δυνάμεων από τη μία και υπερσυντηρητικών, ακροδεξιών και παραθρησκευτικών ομάδων και οργανώσεων από την άλλη, οι στόχοι των οποίων, η πολιτική φιλοσοφία και το μοντέλο πολιτικής οικονομίας που προτείνουν είναι εκ διαμέτρου αντίθετα στοιχεία. Η εμπειρία του πρόσφατου κινήματος των «αγανακτισμένων» απέδειξε στην πράξη ότι οι αποϊδεολογικοποιημένες και ακαθόριστες σε ότι έχει να κάνει με τους πολιτικούς τους στόχους κινητοποιήσεις ή κινήσεις, στις οποίες κυριαρχεί το στοιχείο της ατομικότητας και όχι της συλλογικότητας στη βάση ενός συγκεκριμένου προγράμματος εξόδου από την κρίση και διαμόρφωσης των όρων και των προϋποθέσεων διακυβέρνησης, όχι μόνο δεν είχαν κανένα απολύτως μέλλον, αλλά δεν κατάφεραν κανένα απολύτως πλήγμα στις δυνάμεις της αντίδρασης και του μνημονίου. Πολιτικές και κοινωνικές ομάδες ή οργανώσεις, οι οποίες προέρχονται από τη Δεξιά ή τη Λαϊκή Δεξιά και την «Ακροδεξιά» δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα στην προσπάθεια αποδέσμευσης της χώρας από τα δεσμά του μνημονίου για τον λόγο ότι αποτελούν σάρκα εκ της σαρκός του καπιταλιστικού συστήματος και ως εκ τούτου όχι μόνο αποτελούν διαχρονικό μέρος  του προβλήματος, αλλά τίθενται ανά πάσα στιγμή στη υπηρεσία εξωθεσμικών κέντρων και δομημένων συμφερόντων, ώστε να ανακόψουν την αυξανόμενη δυναμική του λαϊκού κινήματος. Ένα παράδειγμα: Η «αντιμνημονιακή» Δεξιά, η οποία αδυνατεί, αλλά και δεν επιθυμεί να αντιληφθεί την ταξική διάσταση του οικονομικού και κοινωνικού «πολέμου», ο οποίος διεξάγεται σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, συνθηματολογεί ακατάσχετά «υπέρ της πατρίδος» χωρίς να ταυτίζει το λαϊκό με το εθνικό συμφέρον. Αντίθετα συσκοτίζει την έννοια του λαϊκού συμφέροντος, ταυτίζοντας το εθνικό συμφέρον με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του ντόπιου Κεφαλαίου και της μεγαλοαστικής τάξης, το οποίο, όμως, είναι διασυνδεμένο με το διεθνές τραπεζικό σύστημα και με τα μονοπώλια. Συνθηματολογεί, δήθεν, κατά του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας σε ξενικά συμφέροντα, αλλά δεν έχει καμία αντίρρηση στο να δραστηριοποιείται ανεξέλεγκτα και ασύδοτα η μεγαλοαστική τάξη σε βάρος του ελληνικού λαού.
Ένα ακόμη παράδειγμα υποκρισίας: Η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας αφού ύψωσε εν αρχή το «αντιμνημονιακό λάβαρο» με τον λαϊκισμό να περισσεύει και ενώ είναι ακόμη νωπές οι μνήμες από την καταστροφική περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, παρείχε ψήφο σε άρθρα του μνημονίου, του εφαρμοστικού νόμου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, αλλά και όποτε χρειάστηκε, έδωσε απλόχερα την απαραίτητη συναίνεση σε επί μέρους εκδηλώσεις και εκφράσεις της μνημονιακής πολιτικής και στη συνέχεια, με αντικειμενικό σκοπό να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας έστω και με ημερομηνία λήξης, στήριξε το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και την παραβίαση του συντάγματος συμμετέχοντας στην διαδικασία των κλειστών διαπραγματεύσεων για την εγκατάσταση της ξενοκίνητης κυβέρνησης Παπαδήμου, δίνοντάς της ψήφο εμπιστοσύνης και συγκυβερνώντας. Αντίθετα οι μόνες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες παραμένουν συνεπείς στη σύγκρουση με την μνημονιακή πολιτική είναι εκείνες της Αριστεράς.

Αριστερή πλειοψηφία

Τα αποτελέσματα όλων των τελευταίων δημοσκοπήσεων συμφωνούν στο ότι τα κόμματα της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ενισχύονται, αλλά και ότι τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ καταρρέουν. Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού έχει συνειδητοποιήσει ότι:
  • Δεν έχει να περιμένει τίποτα, το οποίο θα βελτιώσει τη θέση του και την κατάσταση στην Ελλάδα από τους χρεοκοπημένους πυλώνες της μεταπολιτευτικής αστικοκοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
  • Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και οι πολιτικοί και οικονομικοί εκφραστές τους ευθύνονται για τις συνθήκες εξαναδραποδισμού και εξαθλίωσής του
  • Η κυβερνητική σύμπραξη του ΠΑΣΟΚ με την Δεξιά και την Ακροδεξιά, έχει ως αντικειμενικό σκοπό να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην ντόπια και υπερθνική οικονομική και επιχειρηματική ελίτ, στο διεθνές τραπεζικό σύστημα και όχι στον ελληνικό λαό
  • Το «Μαύρο Μέτωπο» της μνημονιακής συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Δημοκρατίας και του ΛΑΟΣ, το οποίο απεδέχθη και στήριξε με όλες του τις δυνάμεις το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα της συγκρότησης της κυβέρνησης Παπαδήμου θα οδηγήσει τη χώρα πιο βαθειά στην οικονομική ύφεση και τελικά στη χρεοκοπία
  • Οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς, παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις τους σε αμιγώς στρατηγικά και πολιτικά ζητήματα, αποτελούν τους αυθεντικότερους και πιο έντιμους υποστηρικτές των αγώνων των εργαζομένων και του ελληνικού λαού στο σύνολό του
Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων αντανακλούν μία και μόνη πραγματικότητα: Ότι ανεξάρτητα από το αν θα συνεργαστούν ή όχι οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς, η αριστερή, δημοκρατική και προοδευτική πλειοψηφία υπάρχει de facto. Δεν είναι ψέμα ότι η δημοσκοπική άνοδος των κομμάτων της Αριστεράς, οφείλεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στην κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, τα αίτια της οποίας πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στην αντιδραστική πολιτική που υλοποίησε ως κυβέρνηση τη διετία 2009-2011, αλλά και στην σταδιακή διάρρηξη των σχέσεων του Κινήματος με τα λαϊκά και κοινωνικά στρώματα, τα οποία αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά του από το 1974. Σε αυτή τη βάση, παράλληλα με τη διερεύνηση των ακριβών αιτίων της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και την ολοκληρωμένη παρουσίαση προτάσεων εξόδου από αυτή, βασική προϋπόθεση για την ανατροπή της καταστροφικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, η οποία ασκείται από την κυβέρνηση Παπαδήμου, αποτελεί η ανασυγκρότηση της «Δημοκρατικής Παράταξης», σε μία συγκυρία που στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ διεξάγεται πόλεμος χαρακωμάτων ανάμεσα σε νέο – δεξιές και νεοφιλελεύθερες γκρούπες, οι οποίες διεκδικούν την ηγεσία. Η δεξιά στροφή του ΠΑΣΟΚ, η οποία ξεκίνησε με πιο εντατικούς ρυθμούς έπειτα από την εκλογή Σημίτη στην ηγεσία του Κινήματος το 1996 και ολοκληρώνεται σήμερα με την, κατά τα φαινόμενα, κυριαρχία των πλέον αντιδραστικών και νεοφιλελεύθερων τάσεων στο εσωτερικό του, θα απεγκλωβίσει εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές διεξαχθούν, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους θα στραφούν σε αριστερές και προοδευτικές λύσεις, είτε στο ΚΚΕ, είτε στον ΣΥΡΙΖΑ, είτε στην Δημοκρατική Αριστερά είτε σε κόμματα και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Η αριστερή, προοδευτική και δημοκρατική πλειοψηφία, για να επιτευχθούν βραχυμεσοπρόθεσμοι και στη συνέχεια μακροπρόθεσμοι στρατηγικοί στόχοι της και οι στόχοι ολόκληρου του λαϊκού κινήματος έχει μόνο μία επιλογή: Την έναρξη και ολοκλήρωση της ενωτικής διαδικασίας με αντικειμενικό σκοπό την αριστερή διακυβέρνηση, η οποία θα οδηγήσει σε έξοδο από την οικονομική κρίση και στην ικανοποίηση των παλλαϊκών αιτημάτων για πρόοδο, ευημερία και ανάπτυξη. Καθήκον της «Ενωμένης Αριστεράς», είναι αφενός η επεξεργασία ενός προγράμματος εξόδου από την σφοδρή οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση και αφετέρου η παρουσίαση ολοκληρωμένης κυβερνητικής πρότασης. Την στιγμή που τα αστικά κόμματα, τα οποία στηρίζουν την κυβέρνηση Παπαδήμου και η ντόπια και υπερεθνική ελίτ απευθύνουν κάλεσμα «υπευθυνότητας» για την υλοποίηση των σφοδρότερων αντιλαϊκών πολιτικών που γνώρισε ποτέ ο ελληνικός λαός και για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, ευθύνη των πολιτικών φορέων και των οργανώσεων της Αριστεράς είναι να συμπράξουν ως τμήματα της προοδευτικής πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας όχι μόνο για να ανακόψουν με συνεχείς και ακόμη πιο έντονους αγώνες τη νεοφιλελεύθερη επέλαση και την εφόρμηση του διεθνούς κεφαλαίου που στόχο έχει την απομύζηση των εθνικών πόρων και την ,μετατροπή του ελληνικού λαού σε φθηνή εργατική δύναμη αντίστοιχη με εκείνη που θα συναντήσει κανείς στην Ασία ή στην Αφρική, αλλά και για να υλοποιήσει ένα ενωτικό πρόγραμμα δράσης και διακυβέρνησης που θα αντιστρέψει τους όρους προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων.

«Ενωμένη Αριστερά»

Οι αγώνες και η πολιτική για αποδέσμευση της χώρας και του λαού μας από το μνημόνιο, ισοδυναμούν ξεκάθαρα και αδιαπραγμάτευτα διαδικασία εθνικής, λαϊκής και κοινωνικής απελευθέρωσης. Η ανασυγκρότηση της «Δημοκρατικής Παράταξης» και η πρόταση αριστερής διακυβέρνησης ως μοναδικής λύσης για την απελευθέρωση του λαού μας περνούν μέσα από την συγκρότηση ενός απελευθερωτικού μετώπου, ενός νέου «ΕΑΜ», το οποίο θα συσπειρώσει το λαό στις τάξεις του. Οι συνθήκες επιβάλλουν την υλοποίηση βραχυ – μεσοπρόθεσμης στρατηγικής, ως απάντησης στην επιβαλλόμενη από τα διευθυντήρια της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης υφαρπαγή των κλασσικών αρμοδιοτήτων του έθνους – κράτους, στην παραβίαση της συνταγματικής τάξης, στην απογύμνωση της χώρας μας από τον πλούτο της, στην απεθνικοποίηση και αποκοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και στην εξαθλίωση του λαού μας. Το «νέο ΕΑΜ», ως μαζική οργάνωση, ως ευρύτατη πολιτική και κοινωνική συμμαχία ανατροπής της επιβαλλόμενης πολιτικής από τα διεθνή οικονομικά και πολιτικά κέντρα εξουσίας  θα αγωνιστεί ενάντια στην πολιτική του μνημονίου και στον εχθρικό προς τη δημοκρατία νεοφιλελευθερισμό. Σκοπός του νέου «ΕΑΜ» θα είναι εκτός από την ολοκλήρωση της εθνικής και λαϊκής απελευθέρωσης η μεταξελιξή του σε πόλο διακυβέρνησης και λαϊκής εξουσίας, ο οποίος θα αναλάβει τις τύχες της χώρας μαζί με τον λαό για το λαό. Για αυτόν τον πολύ σοβαρό λόγο, θα πρέπει να επιτευχθεί η εκλογική ενότητα της Αριστεράς. Σε αυτή τη βάση πρέπει να επισημαίνεται διαρκώς ότι πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις υπέρβασης της αντίφασης ανάμεσα στην ωριμότητα των αντικειμενικών συνθηκών για την σύμπραξη των Αριστερών πολιτικών φορέων και οργανώσεων και στην ανωριμότητα των προοδευτικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων και των ηγεσιών των κομμάτων της Αριστεράς να υλοποιήσουν τα καθήκοντά τους προς αυτή την κατεύθυνση.
Η πολυδιάσπαση της Αριστεράς και οι ιδεολογικές, πολιτικές και στρατηγικές περιχαρακώσεις στους κόλπους της αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για την ολοκλήρωση της ενωτικής διαδικασίας. Το ΚΚΕ απόλυτα συνεπές στον πολιτικό λόγο τον οποίο αρθρώνει και στην στρατηγική του για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και για λαϊκή εξουσία, θα πρέπει να θεωρείται αδύνατον ότι, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, θα δεχόταν να συμπράξει με πολιτικές δυνάμεις προερχόμενες από την ευρύτερη Αριστερά. Ακόμη και αν το ΚΚΕ δεν συμμετάσχει στην ανάπτυξη αυτού του διαδικαστικού πλαισίου, ως το ισχυρότερο κόμμα της κοινοβουλευτικής Αριστεράς στην Ελλάδα, υπάρχουν οι δυνάμεις, οι δυνατότητες και οι δεξαμενές σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ώστε το εγχείρημα της ενότητας της Αριστεράς όχι μόνο να επιτευχθεί, αλλά και να προσλάβει χαρακτηριστικά ανασυγκρότησης της δημοκρατικής παράταξης και διακυβέρνησης. Η «Δημοκρατική Αριστερά», στην οποία αντιδραστικοί κύκλοι προσδίδουν τον τίτλο της «υπεύθυνης Αριστεράς» δείχνει, προς το παρόν να λειτουργεί ως ανάχωμα της διαδικασίας ένταξης των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι το εγκαταλείπουν, το οποίο εμποδίζει την ένταξή τους σε ριζοσπαστικότερους πολιτικούς χώρους. Ο Συνασπισμός και η ηγεσία του απευθύνουν συχνά προσκλητήρια για συνεργασία των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων και για την δημιουργία του Κόμματος της «Κοινωνικής Αντίστασης», το οποίο θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος προς το «Κόμμα του Μνημονίου», αλλά είναι προφανές ότι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί μόνος του να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για αριστερή διακυβέρνηση. Ο μεγάλος όγκος των ανθρώπων οι οποίοι θα στηρίξουν τη διαδικασία της συγκρότησης και της πολιτικής κυριαρχίας της «Παναριστεράς» προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ . Αν η βάση του ΠΑΣΟΚ και οι ριζοσπαστικότερες δυνάμεις στο εσωτερικό του, οι πολιτικές και οι κοινωνικές δυνάμεις που θα βρεθούν στην πρωτοπορία, συνειδητοποιήσουν ότι τώρα είναι ώριμες όσο ποτέ οι συνθήκες για την δημιουργία ενός αντινεοφιλελεύθερου, προοδευτικού και δημοκρατικού πολιτικού φορέα  αριστερής διακυβέρνησης, τότε το όραμα της «Ενωμένης Αριστεράς» θα γίνει πραγματικότητα και μάλιστα «από τα κάτω».
Αριστερή διακυβέρνηση
Ανεξάρτητα από μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς, το ζητούμενο στην παρούσα συγκυρία είναι η απεμπλοκή της Ελλάδας από την πολιτική του μνημονίου. Στη συνέχεια η «Ενωμένη Αριστερά», ως ανασυγκροτημένη Δημοκρατική Παράταξη και ως φορέας διακυβέρνησης θα θέσει εκ νέου ως σύνοψη του προγράμματός της το τετράπτυχο  «εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατική διαδικασία».
Βασικοί αντικειμενικοί σκοποί και καθήκοντα αυτής προοδευτικής σύμπραξης και του μίνιμουμ προγράμματος, το οποίο θα έχει κυρίως μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα, σε γενικές γραμμές θα μπορούσαν να είναι:
  • Η άμεση έξοδος της χώρας από το μνημόνιο
  • Η εθνική, πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία
  • Η εθνικοποίηση και κοινωνικοποίηση όσο γίνεται περισσότερων μέσων παραγωγής
  • Η ανάκτηση από τον δημόσιο τομέα των στρατηγικής σημασίας εταιρειών, οι οποίες ξεπουλήθηκαν, όπως για παράδειγμα του ΟΤΕ
  • Η υλοποίηση οικονομικής πολιτικής με έμφαση στην παραγωγική διαδικασία προς όφελος των εργαζομένων και της εργατικής τάξης
  • Η ανάκτηση της διοίκησης της οικονομίας από τις τράπεζες
  • Η κρατικοποίηση μεγάλου μέρους του τραπεζικού συστήματος
  • Η ανάκτηση, σε πρώτη φάση, της Εθνικής Τράπεζας, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της Αγροτικής Τράπεζας από τον δημόσιο τομέα
  • Ο εξορθολογισμός των αμυντικών δαπανών
  • Η ταύτιση εθνικού συμφέροντος με το λαϊκό συμφέρον και όχι με το συμφέρον του μεγάλου Κεφαλαίου και της μεγαλοαστικής τάξης
  • Η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης και δανεισμού
  • Η επαναδιαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους
  • Η απαίτηση των γερμανικών αποζημιώσεων
  • Η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας μας
  • Η αξιοποίηση ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του ελληνικού δημοσίου
  • Η διακοπή του προγράμματος απολύσεων στον δημόσιο τομέα και η κατάργηση της εργασιακής εφεδρείας
  • Η φορολογική μεταρρύθμιση προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας, μέσω της οποίας θα μετατεθούν τα φορολογικά βάρη στα μεγαλύτερα εισοδήματα, και η αναδιανομή του πλούτου
  • Η αύξηση των δαπανών στους τομείς της υγείας και της παιδείας
  • Η κάλυψη με προσωπικό όλων των οργανικών θέσεων στην υγεία
  • Η ενίσχυση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας
  • Η αγροτική μεταρρύθμιση, με σκοπό την αναδιάταξη της αγροτικής παραγωγής την οποία διέλυσε η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • Η δημιουργία και η ενίσχυση γεωργικών και αγροτικών συνεταιρισμών
  • Η αναδιάταξη της πρωτογενούς παραγωγής στο σύνολό της
  • Η δημιουργία προϋποθέσεων για εργατικό έλεγχο στα εργοστάσια και στις βιοτεχνίες που χρεοκοπούν ή έχουν χρεοκοπήσει
  • Η κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων
  • Η αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων
  • Η θέσπιση νομοθετικών ρυθμίσεων ώστε να συγκλίνουν οι μισθοί των Ελλήνων με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
  • Η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας
  • Η βιομηχανοποίηση της χώρας με βάση την ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνατοτήτων και την εκμετάλλευση των πρώτων υλών και του ορυκτού της πλούτου
  • Η εξάπλωση του εξωτερικού εμπορίου
  • Η αναχαίτιση της ασύδοτης δράσης των μονοπωλίων και του μονοπωλιακού καπιταλισμού
  • Η απλοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών σε ολόκληρο των δημόσιο τομέα
  • Η επανεξέταση των διεθνών συμμαχιών και των διεθνών σχέσεων της χώρας
  • Η υλοποίηση αυστηρής περιβαλλοντικής πολιτικής